οὔτις


οὔτις
οὔ-τις, οὔ-τι, niemand, keiner, nichts; gew. substantivisch: allein; das neutr. οὔτι oft adverbialisch, gar nicht, durchaus nicht, keinesweges. Ἡ οὔτις, ιδος, ein Schluß der Stoiker

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ούτις — οὔτις, γεν. οὔτινος και οὔτιδος, ουδ. οὔτι (Α) 1. ουδείς, κανείς («λιτᾱν δ ἀκούει μὲν οὔτις θεῶν», Αισχύλ.) 2. (το ουδ. ως επίρρ.) οὔτι ουδόλως, κατ ουδένα τρόπο 3. (το αρσ. με διαφορετικό τονισμό ως κύριο όν.) ὁ Οὖτις ο Κανείς, το ψεύτικο όνομα… …   Dictionary of Greek

  • ουτίς — οὐτίς, ίδος, ἡ (Α) βλ. ωτίς …   Dictionary of Greek

  • οὐτίς — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὔτις — no one masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Οὖτις — no one masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοὔτις — οὔτις , οὔτις no one masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὔτινα — οὔτις no one masc/fem acc sg οὔτις no one neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὐτίδων — οὐτίς fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὔτινας — οὔτις no one masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὔτινες — οὔτις no one masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὔτινι — οὔτις no one dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.